φρενιάζω

φρενιάζω
1. μετ. выводить из себя, приводить в ярость;
2. αμετ. 1) выходить из себя, приходить в ярость, в нейс? товство; беситься (разг ); 2) расшуметься, бушевать, буйствовать, безумствовать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φρενιάζω" в других словарях:

  • φρενιάζω — φρενιάζω, φρένιασα, φρενιασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φρενιάζω — Ν 1. (μτβ.) κάνω κάποιον έξω φρενών, εξοργίζω, δαιμονίζω 2. (αμτβ.) α) γίνομαι έξω φρενών, εξοργίζομαι, δαιμονίζομαι β) κάνω πολύ θόρυβο γ) είμαι σε έκσταση, σε ιερή μανία («πια ο ψάλτης δε φρενιάζει... στης ορφικής κιθάρας γερμένος τη χορδή»,… …   Dictionary of Greek

  • φρενιάζω — φρένιασα, φρενιασμένος 1. μτβ., ερεθίζω κάποιον πολύ, τον δαιμονίζω, τον κάνω έξω φρενών: Ηρωδιάς...του Γιοχαννάν την κατάρα γρικάει που τη φρενιάζει (Ι. Γρυπάρης). 2. αμτβ., γίνομαι έξαλλος, έξω φρενών, με πιάνει μανία, δαιμονίζομαι, θυμώνω πολύ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρένιασμα — το, Ν [φρενιάζω] η κατάσταση και το αποτέλεσμα τού φρενιάζω, μανιώδης οργή, έξαψη, έκσταση …   Dictionary of Greek

  • ξεφρενιασμένος — η, ο ξεφρενωμένος, ξέφρενος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε) * + φρενιάζω] …   Dictionary of Greek

  • φρενιτιώ — φρενιτιῶ, άω, ΝΜΑ, και εσφ. γρφ. φρενητιῶ Α πάσχω από φρενίτιδα μσν. (γενικά) μαίνομαι, φρενιάζω νεοελλ. μτφ. κατέχομαι από ενθουσιασμό, παραληρώ από ενθουσιασμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρενῖτις + κατάλ. ιῶ / ιάω τών ρ. που δηλώνουν ασθένεια (πρβλ. άρρωστ …   Dictionary of Greek

  • φρην — η / φρήν, ενός, ΝΜΑ, και δωρ. τ. φράν Α (λόγιος τ.) 1. συν. στον πληθ. οι φρένες και αἱ φρένες ο νους, ο εγκέφαλος, η διάνοια, το μυαλό, το λογικό 2. φρ. «έξω φρενών» εκτός τού λογικού νεοελλ. φρ. α) «είμαι [ή γίνομαι] έξω φρενών» (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»